Πυροσβεστικό Canadair DHC 515
Έχει περάσει σχεδόν μισός αιώνας από τότε που η Ελλάδα παρέλαβε τα πρώτα πυροσβεστικά αεροσκάφη Canadair, τα οποία αποτέλεσαν και εξακολουθούν να αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα μέσα στην αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών. Παρά το γεγονός ότι μεγάλο μέρος του ελληνικού στόλου συνεχίζει να επιχειρεί μέχρι σήμερα, η ιστορία των Canadair δεν ήταν χωρίς προβλήματα.
Η έλλειψη νέων παραγγελιών οδήγησε την Bombardier σε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες και τελικά στη διακοπή της παραγωγής των CL-415. Για αρκετά χρόνια, το μέλλον της συγκεκριμένης κατηγορίας πυροσβεστικών αεροσκαφών ήταν αβέβαιο, παρά το γεγονός ότι οι ανάγκες της Ευρώπης για εναέρια μέσα πυρόσβεσης αυξάνονταν διαρκώς.
Η κατάσταση άρχισε να αλλάζει από το 2015, όταν η Viking Aircraft, θυγατρική της Longview Aviation Capital, απέκτησε από την Bombardier τα δικαιώματα των CL-215/215T και CL-415. Η εταιρεία έδωσε αρχικά έμφαση στην υποστήριξη του υφιστάμενου στόλου, εξασφαλίζοντας τη διαθεσιμότητα ανταλλακτικών και τεχνικής υποστήριξης, ενώ παράλληλα ξεκίνησε την ανάπτυξη μιας νέας γενιάς του αεροσκάφους. Για την επανεκκίνηση, όμως, της γραμμής παραγωγής απαιτούνταν ένας επαρκής αριθμός παραγγελιών. Η ευρωπαϊκή ανάγκη για ανανέωση του γερασμένου στόλου πυρόσβεσης αποτέλεσε τελικά τον καταλύτη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση προχώρησε στην παραγγελία 24 νέων αεροσκαφών, ενώ χώρες όπως η Ελλάδα, η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Κροατία προχώρησαν και σε επιπλέον παραγγελίες.
Έτσι,εν έτη 2024, η Ελλάδα γίνεται μία από τις ελάχιστες χώρες για χάρη των οποίων η γραμμή παραγωγής ανοίγει εκ νέου, με σκοπό να παραδώσει επτά αεροσκάφη της νεότερης γενιάς των Canadair DHC 515, κόστους περίπου 360.000.000 ευρώ. Από την παραγγελία των 5+2 Canadair (πέντε θα αποκτηθούν μέσω του προγράμματος «Αιγίς» του υπουργείου Πολιτικής Προστασίας και δύο μέσω του προγράμματος rescEU του Μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας της ΕΕ), ένα θα παραδοθεί το 2028, ένα το 2029 και τα υπόλοιπα τρία το 2030. Η συμφωνία με την καναδική εταιρεία δεν προβλέπει μόνο την παράδοση των καινούριων αεροσκαφών, την τεχνική υποστήριξη, την εκπαίδευση του προσωπικού και τους πιλότους, αλλά και την αναβάθμιση του υπάρχοντος στόλου των CL 415, τα οποία μετατρέπονται σε βασική έκδοση του 515 κόστους 43.000.000 ευρώ.
| ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ | |
|---|---|
| Πλήρωμα | 2 |
| Μήκος | 19,8μ |
| Ύψος | |
| Εκπέτασμα Πτερύγων | 28,6μ |
| Βάρος (κενό) | 12.995 κιλά |
| Βάρος (μέγιστο) | 17.170 κιλά |
| Κινητήρας | 2 στροβιλοκινητήρες PW123AF της Pratt & Whitney Canada των 2380 ίππων |
| Ταχύτητα | 346 χ.α.ω |
| Βαθμός ανόδου | |
| Εμβέλεια | 2.333 χιλιόμετρα |
Το DHC-515 αποτελεί την πιο σύγχρονη εξέλιξη μιας σχεδίασης με ιστορία που ξεκινά από το CL-215. Το πρώτο CL-215 πραγματοποίησε την παρθενική του πτήση το 1967 και εντάχθηκε σε υπηρεσία το 1969, ενώ το CL-415 πραγματοποίησε την πρώτη του πτήση το 1993 και τέθηκε σε υπηρεσία το 1994. Η εξέλιξη από το ένα μοντέλο στο άλλο διατήρησε τη βασική φιλοσοφία ενός αμφίβιου πυροσβεστικού αεροσκάφους που μπορεί να επιχειρεί από τη θάλασσα, αλλά και από χερσαίους διαδρόμους. Το 2016 η Viking Aircraft απέκτησε τα δικαιώματα των αεροσκαφών και ξεκίνησε την ανάπτυξη του CL-515, το οποίο στη συνέχεια, μετά την ενοποίηση της Viking Air, της Longview Aviation Capital και της De Havilland Canada, μετονομάστηκε σε DHC-515.
Παρά το γεγονός ότι εξωτερικά το DHC-515 διατηρεί τη χαρακτηριστική μορφή των προηγούμενων Canadair, πρόκειται ουσιαστικά για ένα σημαντικά εκσυγχρονισμένο αεροσκάφος. Η βασική σχεδίαση του CL-415 διατηρήθηκε, καθώς έχει αποδείξει την αξία της σε πραγματικές επιχειρησιακές συνθήκες, όμως έχουν πραγματοποιηθεί εκτεταμένες αλλαγές στα συστήματα, στα υλικά και στο πιλοτήριο. Το νέο αεροσκάφος διαθέτει σύγχρονο ψηφιακό πιλοτήριο, οθόνες αφής και συστήματα που παρέχουν στο πλήρωμα τρισδιάστατη απεικόνιση του εδάφους και καλύτερη επίγνωση της τακτικής κατάστασης. Παράλληλα, έχει προβλεφθεί κλιματισμός του πιλοτηρίου, ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο για τα πληρώματα που επιχειρούν για πολλές ώρες σε συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών και έντονης ακτινοβολίας από τα μέτωπα των πυρκαγιών.
Σημαντική είναι και η επιχειρησιακή ευελιξία του DHC-515. Η χωρητικότητα νερού ανέρχεται σε περίπου 6.137 λίτρα (15% μεγαλύτερη από του CL415), ενώ υπάρχει επιπλέον δεξαμενή αφρού χωρητικότητας 680 λίτρων. Η διαδικασία υδροληψίας διαρκεί μόλις 14 δευτερόλεπτα, επιτρέποντας στο αεροσκάφος να πραγματοποιεί επαναλαμβανόμενες ρίψεις με μικρό χρόνο εκτός της περιοχής επιχειρήσεων. Το DHC-515 μπορεί να επιχειρεί σε θαλάσσιες συνθήκες με κύμα ύψους έως περίπου δύο μέτρων και έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να μπορεί να απογειώνεται και να προσθαλασσώνεται με ιδιαίτερα μικρές απαιτήσεις σε απόσταση. Εξαιρετικά σημαντική είναι η δυνατότητα νυχτερινής πτήσης, καθώς τα αεροσκάφη θα παραδοθούν «HUD ready», κάτι το οποίο σημαίνει ότι είναι δυνατή η αγορά ειδικών κασκών που θα επιτρέπουν στα πληρώματά τους να επιχειρούν ακόμα και αφού πέσει το σκοτάδι.
Για απογείωση από χερσαίο διάδρομο απαιτούνται περίπου 783 μέτρα, ενώ από τη θάλασσα περίπου 814 μέτρα. Αντίστοιχα, η απαιτούμενη απόσταση προσγείωσης ανέρχεται σε περίπου 674 μέτρα στην ξηρά και 665 μέτρα στη θάλασσα. Αυτό επιτρέπει στο αεροσκάφος να επιχειρεί από μικρά αεροδρόμια και περιοχές όπου ένα μεγαλύτερο πυροσβεστικό αεροσκάφος θα αντιμετώπιζε σημαντικούς περιορισμούς. Η δυνατότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου το ανάγλυφο χαρακτηρίζεται από ορεινές περιοχές, νησιά, χαράδρες και περιορισμένες υποδομές.
Η νέα σχεδίαση χρησιμοποιεί σύγχρονα υλικά με αυξημένη προστασία από τη διάβρωση, στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό για ένα αεροσκάφος που επιχειρεί συστηματικά σε θαλάσσιο περιβάλλον. Παράλληλα, σύμφωνα με την κατασκευάστρια, το DHC-515 απαιτεί περίπου 15% λιγότερη συντήρηση σε σχέση με το CL-415 και παρουσιάζει χαμηλότερη κατανάλωση καυσίμου. Αυτό σημαίνει ότι η ανανέωση του στόλου δεν αφορά μόνο την απόκτηση ενός αποτελεσματικότερου πυροσβεστικού μέσου, αλλά και τη μείωση του κόστους και των απαιτήσεων υποστήριξης σε βάθος χρόνου.
