Κατευθυνόμενα αντιαρματικά όπλα

Ο ΕΣ εισήγαγε για πρώτη φορά σε χρήση κατευθυνόμενα αντιαρματικά όπλα τη δεκαετία του 1960, τα ΕΕ-10, ΕΕ-11 και COBRΑ. Και τα τρία ανήκαν στα κατευθυνόμενα αντιαρματικά πρώτης γενιάς, τα λεγόμενα ΜCLOS (Μanual Command to Line of Sight).

Κάθε εκτοξευόμενος πύραυλος ξετύλιγε καλώδιο που τον συνέδεε με τη μονάδα κατεύθυνσης και ο χειριστής κατεύθυνε το βλήμα με εντολές που μεταβιβάζονταν μέσω του σύρματος. Η γενιά αυτή αποσύρθηκε τη δεκαετία του 1980 λόγω των σοβαρών εγγενών μειονεκτημάτων της, όπως η χαμηλή ταχύτητα πτήσης των βλημάτων και η μεγάλη δυσκολία του σκοπευτή να κατευθύνει το πύραυλο που αντιδρούσε αργά στις εντολές του. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ο ΕΣ έκανε το μεγάλο άλμα και εισήγαγε σε χρήση κατευθυνόμενα αντιαρματικά όπλα δεύτερης γενιάς, που στη διεθνή βιβλιογραφία προσδιορίζονται ως SΑCLOS (Semi-Αυtomatic Command to Line of Sight). Ο χειριστής απλώς τηρεί το σκοπευτικό του επί του στόχου και η κατεύθυνση του πυραύλου επιτυγχάνεται αυτόματα από τη μονάδα κατεύθυνσης μέσω σύρματος, που και πάλι ξετυλίγεται πίσω από το βλήμα.

MILAN και FAGOT

Η αντικατάσταση των ΠΑΟ κατέστη δυνατή τη δεκαετία του 1990 με τη δωρεάν παραχώρηση από τη Γερμανία 262 αντιαρματικών συστημάτων FΑGΟΤ, διαμετρήματος 125mm, που προέρχονταν από το στρατό της πρώην Ανατολικής Γερμανίας. Τα FΑGΟΤ μαζί με τα ΜΙLΑΝ αποτελούν σήμερα τα βαρύτερα αντιαρματικά όπλα σε επίπεδο ελληνικού τάγματος πεζικού. Τα όπλα φέρονται επί κατάλληλα τρoποποιημένων οχημάτων-φορέων Μercedes 240 και Hummer, με κάθε τάγμα πεζικού να διαθέτει τέσσερα ΜΙLΑΝ και τέσσερα FΑGΟΤ.

Εκτοξευτής Milan

H ονομασία του αντιαρματικού ΜΙLΑΝ προέρχεται από τα αρχικά των γαλλικών λέξεων (Missile d' Infanterie Leger Antichar) και κατασκευάζεται από την Euromissile, μια ευρωπαϊκή κοινοπραξία, αποτέλεσμα της συνεργασίας μεταξύ της γαλλικής Aerospatiale και της γερμανικής MBB. O αρχικός σχεδιασμός ξεκίνησε από τη γαλλική πλευρά, στη συνέχεια όμως μετατράπηκε σε ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα με γραμμές παραγωγής στη Γαλλία, τη Γερμανία και τέλος -κατόπιν αδείας- παράγεται και στη Μεγάλη Βρετανία.

H μέθοδος καθοδήγησης του πυραύλου είναι τύπου SACLOS (semi-automatic command to line-of-sight), δηλαδή ημιαυτόματη καθοδήγηση στη γραμμή της θέας, που σημαίνει ότι ο χειριστής το μόνο που κάνει είναι να κρατά το σταυρόνημα πάνω στο στόχο. Οι εντολές καθοδήγησης μεταφέρονται μέσω ενσύρματης ζεύξης (ζεύγος χάλκινων καλωδίων), ενώ το σύστημα εγκλωβισμού χρησιμοποιεί την υπέρυθρη ακτινοβολία. Έχει μέγιστο βεληνεκές 2 χιλιομέτρων τα οποία καλύπτει μέσα σε 12,8 δευτερόλεπτα, ενώ η μέγιστη ταχύτητα φτάνει τα 200 μ./δευτ. Η διατρητική ικανότητα του πυραύλου της έκδοσης ΜΙLΑΝ 1 φτάνει τα 600 χιλ. ομοιογενούς χάλυβα και συνεπώς καταστρέφει κάθε άρμα δεύτερης γενιάς. Το όλπο διατηρεί επίσης περιορισμένη δυνατότητα χρήσης εναντίον ελικοπτέρων και γενικά μικρής ταχύτητας και χαμηλού ύψους στόχων. Το μέγιστο ύψος που μπορεί να βληθεί αιωρούμενος στόχος είναι 380 μέτρα με μέγιστη ακτίνα δράσης τα 1.800 μέτρα.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, ο ΕΣ προμηθεύτηκε νυκτερινές διόπτρες τύπου ΜΙRΑ, που επιτρέπουν την πλήρη επιχειρησιακή εκμετάλλευση των εκτοξευτών και κατά τη διάρκεια της νύκτας. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 έγινε προμήθεια βλημάτων νέας γενιάς τύπου ΜΙLΑΝ 2, που με ελαφρά μεγαλύτερο διαμέτρημα εκρηκτικής κεφαλής (115 χιλ. αντί των 103 χιλ. του ΜΙLΑΝ 1) και μεγαλύτερο συνολικό βάρος εκρηκτικής ύλης (1,8 κιλά αντί των 1,2 της προηγούμενης έκδοσης) επιτυγχάνει διάτρηση 880 χιλ. ομοιογενούς χάλυβα.

Το αντιαρματικό FΑGΟΤ είναι της ίδιας τεχνολογίας με αυτή του ΜΙLΑΝ. Το βεληνεκές των βλημάτων που διαθέτει ο ΕΣ ανέρχεται στα 2.000 μέτρα και η διατρητική τους ικανότητα φτάνει στα 400 χιλ. ομοιογενούς χάλυβα. Το μόνο σοβαρό μειονέκτημα των συστημάτων του ελληνικού οπλοστασίου είναι η έλλειψη διοπτρών νυκτερινής παρατήρησης-σκόπευσης.

ΓΕΣ - Αύγουστος 2002