Αντιαρματικά μικρού βεληνεκούς

Παρουσίαση των αντιαρματικών όπλων μικρού βεληνεκούς που διαθέτει ο ελληνικός στρατός.

Μ72Α2 LΑW

Τη δεκαετία του 1970 άρχισαν να εισέρχονται στο ελληνικό οπλοστάσιο τα πρώτα αντιαρματικά όπλα μιας χρήσεως. Πρόκειται για τα Μ72Α2 LΑW (Light Αntitank Weapon) που αποκτήθηκαν σε μεγάλους αριθμούς, ξεπερνώντας τελικά τις 12.000 μονάδες. Το Μ72Α2 των 66 χιλιοστών είναι μίας χρήσεως όπλο, με βάρος που δεν ξεπερνά τα 2,36 κιλά για το βλήμα και τον εκτοξευτή, τα οποία είναι ενσωματωμένα και συσκευασμένα. Ο εκτοξευτής αποτελείται από έναν εξωτερικό σωλήνα (fiberglass), που περιέχει έναν δεύτερο από κράμα αλουμινίου. Ο χειριστής του όπλου θα πρέπει πρώτα να αναπτύξει το όπλο σύροντας τους δύο σωλήνες και ασφαλίζοντάς τους στη θέση πυροδότησης.

Η διαδικασία αυτή εκτινάσσει ελατηριωτά το κλισιοσκόπιο του όπλου, ένας απλός τρόπος σκόπευσης που επιτρέπει την αποτελεσματική βολή έναντι σταθερού στόχου μέχρι τα 350 μέτρα και κατά κινητού μέχρι τα 200 μόλις μέτρα. Για να καταλάβει κανείς το μέγεθος της αναποτελεσματικότητας του όπλου, μπορεί να φανταστεί τον κίνδυνο που θα εξέθετε τον εαυτό του προσπαθώντας να στοχεύσει με το μάτι και σε συνθήκες πολέμου ένα ή περισσότερα άρματα μάχης σε απόσταση ενός οικοδομικού τετραγώνου. Η εκρηκτική κεφαλή περιέχει 300 γραμμάρια κοίλου γεμίσματος και επιτυγχάνει διάτρηση που φτάνει τα 300 χιλ. ομοιογενούς χάλυβα, εξουδετερώνοντας κάθε άρμα δεύτερης γενιάς.

RPG-18

Τα RPG-18 θεωρούνται αντίγραφα των LΑW, αφού η τεχνολογική αντιγραφή πετυχημένων δυτικών οπλικών συστημάτων αποτελούσε συνήθη πρακτική των Σοβιετικών και των δορυφόρων τους. Τη δεκαετία του 1990, ο ΕΣ απέκτησε μεγάλες ποσότητες PRG-18 (σύμφωνα με τα πρακτικά του γερμανικού Κοινοβουλίου, 21.625 μονάδες) από τη Γερμανία, που με τη σειρά της τα απέκτησε από τα αποθέματα του πρώην ανατολικογερμανικού στρατού. Η παραχώρηση αυτή αποτέλεσε μια πολύ καλή και κυρίως άνευ κόστους ευκαιρία για την προμήθεια ενός μεγάλου αριθμού αντιαρματικών όπλων, που για να αποκτηθούν σε μεγάλους αριθμούς θα χρειάζονταν μεγάλες εθνικές πιστώσεις.

Το RPG-18 έχει βάρος 2,6 κιλά, διαμέτρημα 64 χιλ. και αποδεικνύεται αποτελεσματικό κατά σταθερού στόχου μέχρι τα 200 μέτρα και κατά κινητού μέχρι τα 150 μέτρα! Η διατρητική επίδοση είναι ίδια με αυτή του LΑW, όμως το εξαιρετικά μικρό βεληνεκές ελαχιστοποιεί τη δυνατότητα χρήσης του όπλου εναντίων αρμάτων μάχης σε ένα σύγχρονο πεδίο μάχης. Σήμερα σε υπηρεσία βρίσκονται, περίπου, 16.000 - 17.000 συστήματα. Το χαμηλό βάρος των RPG-18 και LΑW Μ72Α2 δικαιολογεί το μεγάλο αριθμό αντιαρματικών βλημάτων μιας χρήσης που μεταφέρονται από μια διμοιρία πεζικού. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι μία διμοιρία φέρει περί τα δέκα βλήματα μιας χρήσης, τα οποία συμπληρώνονται από αντιαρματικές οπλοβομβίδες.

Αντιαρματικές οπλοβομβίδες

Πρόκειται για το τελευταίο, απλούστερο αλλά και το λιγότερα αποτελεσματικό όπλο εναντίον αρμάτων. Προσαρμόζονται πάνω στο φλογοκρύπτη του τυφεκίου ΗΚ G3Α3 και εκτοξεύονται με τη χρήση ειδικού ενισχυμένου άσφαιρου φυσιγγίου. Επειδή η ανάκρουση του όπλου από το συγκεκριμένο φυσίγγιο είναι ιδιαίτερα ισχυρή, ο σκοπευτής εδράζει το κοντάκιο του όπλου στο έδαφος και στηρίζει το όπλο του με τα δύο χέρια για να αντισταθμίσει την ισχυρή ανάκρουση. Η τροχιά της οπλοβομβίδας είναι έντονα ελλειπτική και η επιτυχία της προσβολής βασίζεται στην απόσταση του προσβαλλόμενου στόχου, στην εμπειρία και κυρίως στην τύχη!

Ο ΕΣ διαθέτει δύο τύπους αντιαρματικών οπλοβομβίδων, τις αμερικανικές Μ31 και τις γερμανικές DΜ 22Α1. Οι πρώτες περιέχουν περί τα 280 γραμμάρια κοίλου γεμίσματος και επιτυγχάνουν διάτρηση περί τα 100 χιλ. χάλυβα. Το μέγιστο βεληνεκές τους φτάνει τα 250 μέτρα, αλλά ως αποτελεσματικό βεληνεκές, με την έννοια των αρκετών πιθανοτήτων προσβολής του στόχου, νοείται αυτό των 100 μέτρων. Οι γερμανικές οπλοβομβίδες έχουν παρόμοιες διατρητικές ικανότητες και φέρουν απλό σκοπευτικό με τρεις κλίμακες αποστάσεων των 50, 75 και 100 μέτρων. Σε κάθε ομάδα τυφεκιοφόρων διατίθενται περί τις οκτώ αντιαρματικές οπλοβομβίδες, γεγονός που σημαίνει ότι η διμοιρία πεζικού έχει τριπλάσιο αριθμό από αυτά τα αντιαρματικά μέσα.

ΓΕΣ - Αύγουστος 2002