Ελληνική αμυντική βιομηχανία

Συστηματικές προσπάθειες για την ανάπτυξη αμυντικής βιομηχανίας ξεκίνησαν στην Ελλάδα στα μέσα της δεκαετίας του 1970 (αν και κάποιες εταιρείες, όπως η τότε ΠΥΡΚΑΛ, προϋπήρχαν αυτής της ημερομηνίας). Οι αντικειμενικοί στόχοι ήταν η ικανοποίηση των εθνικών στρατιωτικών αναγκών, η αύξηση της συμμετοχής των εγχώριων κατασκευαστών και ταυτόχρονα η μείωση της εξάρτησης από τους προμηθευτές του εξωτερικού. Από τεχνολογικής πλευράς, η προσπάθεια κρίνεται σχετικά επιτυχής, καθώς η ελληνική αμυντική βιομηχανία κατάφερε να παράξει μια μεγάλη ποικιλία εξοπλισμού για τις ανάγκες των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Αντίθετα, η προσπάθεια εξαγωγών αμυντικού υλικού σε άλλες χώρες δεν στέφθηκε με επιτυχία.

Τα πρώτα βήματα

Το 2021 συμπληρώθηκαν 46 χρόνια από την απόφαση για τη σύσταση της ΕΑΒ 42 χρόνια από την έναρξη της λειτουργίας της στην Τανάγρα. Η απουσία τεχνογνωσίας ήταν δεδομένη, γι’ αυτό από τη σύσταση της ΕΑΒ τονίστηκε η ανάγκη ύπαρξης εργολάβων και τεχνικών συμβούλων από τις ΗΠΑ. Στις 20 Νοεμβρίου 1975, ανακοινώθηκε η τοποθεσία ανέγερσης των εγκαταστάσεων (Τανάγρα), αλλά και το ύψος της συνολικής επένδυσης (3,9 δισ. δραχμές) με αντισυμβαλλόμενους τις εταιρείες “Λόκχηντ”, “Τζένεραλ Ελέκτρικ”, “Γουέστινγχάουζ”, “Ωστεν” και “Λόκχηντ Αίρκραφτ”. Αν και οι συζητήσεις για την ίδρυση της ΕΑΒ κατέληξαν στο 1975, αυτές είχαν ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, ήδη από τη δεκαετία του ’60.

Η προσπάθεια για τη δημιουργία μιας κάποιας αμυντικής βιομηχανίας ήταν συνολική. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1976 αναθεωρήθηκε η σύμβαση ανάμεσα στο Δημόσιο και στην αυστριακή εταιρεία «Στάγιερ» για την κατασκευή στρατιωτικών οχημάτων στην Ελλάδα. Η εταιρεία αναλάμβανε να κατασκευάσει τον κινητήρα των οχημάτων στην Ελλάδα εντός τριετίας ή να παραχωρήσει την τεχνολογία κατασκευής γεωργικού ελκυστήρα.

Στις 9 Σεπτεμβρίου 1977 υπογράφεται στην Αθήνα μεταξύ του Δημοσίου και δυτικογερμανικού οίκου, σύμβαση για τη σύσταση στην Ελλάδα βιομηχανίας φορητού οπλισμού. Η δημιουργία του εργοστασίου εντάσσεται στο πρόγραμμα της κυβερνήσεως για την ίδρυση πολεμικών βιομηχανιών, που αποβλέπει αφενός στην εξοικονόμηση πολύτιμου συναλλάγματος και αφετέρου στην επίτευξη μεγαλύτερης αυτονομίας της χώρας στο επίπεδο των προμηθειών πολεμικού υλικού». Επρόκειτο για την ίδρυση της ΕΒΟ, ενώ ενάμιση χρόνο αργότερα, στις 3 Ιανουαρίου 1979 εγκαινιάζεται η λειτουργία πτέρυγας του εργοστασίου παραγωγής φορητού οπλισμού στο Αίγιο, των γνωστών ΕΑΣ.

Οικονομική αναδρομή

Δυστυχώς, η οικονομική παράμετρος της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας μόνο ως άκρως αποτυχημένη μπορεί να χαρακτηρισθεί. Η μικρή εγχώρια αγορά, η οποία επηρεάζει σημαντικά τη βιωσιμότητα των γραμμών παραγωγής, η υιοθέτηση αναποτελεσματικών μεθόδων διοίκησης, η σχετικά αναποτελεσματική χρήση των αντισταθμιστικών ωφελημάτων, των συμφωνιών και των Μνημονίων Κατανόησης (MoU) και τα προγράμματα στρατιωτικής βοήθειας είχαν ιδιαίτερα αρνητικό αντίκτυπο στις κρατικές εταιρείες. Αποτέλεσμα των οικονομικών ζημιών που δημιουργήθηκαν ήταν η ιδιωτικοποίηση ορισμένων εταιρειών (ΕΛΒΟ, ΕΝΑΕ, Ναυπηεία Ελευσίνας προκειμένου να επιβιώσουν και να γίνουν εν τέλει ανταγωνιστικές.

Μία πρώτη προσπάθεια ανατροπής της κατάστασης έγινε με την κατάρτιση του δεκαπενταετούς προγραμματος εξοπλισμών για τα έτη 2005–2020, περιέγραφε όλες τις ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων ανεβάζοντας τις ανάγκες τους στα 52.000.000.000 ευρώ. Αυτό το μακροπρόθεσμο πρόγραμμα θα εφαρμοζόταν μέσω των πενταετών ΕΜΠΑΕ. Η οικονομική κρίση ανάτρεψε τον προγραμματισμό και η ΕΠΑ παράμεινε γενικά πολύ χαμηλή. Μεταξύ των ετών 1997 και 2000 το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας ανέθεσε συμβάσεις συνολικού ύψους περίπου 8.800.000.000 ευρώ και - σύμφωνα με το Υπουργείο - περίπου το 40% της αξίας αυτών των συμβάσεων κατευθύνθηκε προς την Ελληνική αμυντική βιομηχανία.

Δυστυχώς, σήμερα η κατάσταση είναι διαφορετική και γίνεται ακόμη πιο δύσκολη αν αναλογιστούμε ότι μέχρι πολύ πρόσφατα δεν υπήρξε καμία προσπάθεια δημιουργίας ενός μητρώου κατασκευαστών για τις εταιρίες της αμυντικής βιομηχανίας. Αυτό σημαίνει πως το Ελληνικό δημόσιο δεν είχε τρόπο να γνωρίζει ποιος ήταν ικανός να παράγει τι ακριβώς. Αυτή η κατάσταση ώθησε ουσιαστικά αρκετές φορές σε ανάθεση συμβάσεων σε ξένες εταιρίες, ακόμα και σε περιπτώσεις στις οποίες υπήρχαν Ελληνικές οι οποίες μπορούσαν να παράγουν τα ίδια προϊόντα με μεγάλη ΕΠΑ, χωρίς να επιβαρύνουν το ισοζύγιο πληρωμών.

Ποσοστό ελληνικής βιομηχανίας 1996-2002

Εξετάζοντας την Ελληνική αμυντική βιομηχανία είναι αξιοπρόσεκτο πως χαρακτηρίζεται από ένα καίριο δυϊσμό μεταξύ των κρατικών εταιριών από τη μία και των ιδιωτικών κατασκευαστών από την άλλη. Σε όρους καθαρής αξίας, εσόδων και προσωπικού, οι ιδιωτικές εταιρίες είναι κατά μέσο όρο πολύ μικρότερες από τις δημόσιες, δηλαδή την ΕΑΒ και την ΕΑΣ (συγχώνευση της ΕΒΟ και της ΠΥΡΚΑΛ). Από την άλλη πλευρά, όμως, οι ιδιωτικές εταιρίες είναι κερδοφόρες επιχειρήσεις, ενώ οι κρατικές υποφέρουν από χρόνιες και συνεχείς ζημίες.

Οι εταιρίες που δραστηριοποιούνται στο χώρο της άμυνας εξάγουν ένα σημαντικό τμήμα της συνολικής παραγωγής τους. Με δεδομένα του 2002, ποσοστό 74% των εταιριών εξάγουν μέρος της παραγωγής τους, ενώ για το 28% αυτών, οι εξαγωγές αποτελούν πλέον του 25% του κύκλου εργασιών τους. Στην πραγματικότητα, για το 11,5% των εταιριών οι εξαγωγές αποτελούν περισσότερο του 80% του κύκλου εργασιών τους. Αυτό σημαίνει πως πολλές εταιρίες δεν είναι άμεσα εξαρτημένες από τις ελληνικές αμυντικές δαπάνες αλλά είναι τεχνολογικά και εμπορικά συγκριτικά αυτόνομες.

Το τουρκικό παράδειγμα

Η Τουρκία διαθέτει 7 αμυντικές βιομηχανίες (ASELSAN, Turkish Aerospace Industries (TAI), BMC, Roketsan, Defense Technologies Engineering and Trade Inc. (STM), FNSS and Havelsan), οι οποίες μάλιστα συγκαταλέγονται μεταξύ των 100 κορυφαίων παγκοσμίως, με την τάση να είναι σαφώς ανοδική μιας και το 2010 διέθετε μόλις 1 αμυντική βιομηχανία σε αυτή τη λίστα. Σύμφωνα με στοιχεία του ινστιτούτου Carnegie, κατά την τελευταία πενταετία, η Άγκυρα μείωσε τις εισαγωγές όπλων κατά 48% εν συγκρίσει με την αμέσως προηγούμενη πενταετία, ενώ πλέον εισάγει το 30% του στρατιωτικού υλικού της αντί του 70%, όπως συνέβαινε πριν μερικά χρόνια.

Σύμφωνα με την Προεδρία Αμυντικής Βιομηχανίας της Τουρκίας (SSB) για το 2021, η Τουρκία εξήγαγε όπλα, συστήματα και υπηρεσίες συνολικού ύψους $ 3,224 δισεκατομμυρίων. Το μεγαλύτερο μέρος του ποσού ($ 2,7 δισεκατομμύρια) αφορούσε σε αεροπορικά συστήματα, κυρίως μη-επανδρωμένα, ενώ στην κορυφή της λίστας των εξαγωγών είναι τα UAV τύπου Bayraktar TB2 και ANKA, αλλά και τα κατευθυνόμενα πυρομαχικά TRG-300, TRG-230, MAM-L και MAM-C. Έτσι, η Τουρκία έχει καταστεί 14ος εξαγωγέας οπλικών συστημάτων παγκοσμίως και έχει αποκτήσει δεσπόζουσα θέση έναντι κρατών της Ασίας και της υποσαχάριας Αφρικής. Η επιτυχία αυτή οφείλεται στο ότι το τουρκικό κράτος έχει επενδύσει περισσότερα από 60 δισ. δολάρια για την ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας κατά τα τελευταία έτη.

Το παρόν και το μέλλον

Η Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών & Επενδύσεων (ΓΔΑΕΕ) δημοσίευσε το 2018 έναν κατάλογο των εταιρειών της Ελληνικής Αμυντικής Βιομηχανίας. Αν και η έκδοση δεν περιλαμβάνει το σύνολο των εγχώριων εταιρειών που δραστηριοποιούνται στον χώρο, οι επιχειρήσεις αυτές ανέρχονται σε 34 και ο αριθμός των εργαζομένων τους φθάνει περίπου τα 5.210 άτομα.

Οι προοπτικές της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας είναι συνυφασμένες με τη διαμόρφωση της αγοράς αμυντικών προϊόντων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα κληθούν να εναρμονίσουν τις αμυντικές στρατηγικές τους σε μια προσπάθεια ισχυροποίησης των αμυντικών βιομηχανιών. Αυτή η προοπτική απαιτεί ταχύτατη αναδιάρθρωση των ελληνικών επιχειρήσεων με κύριο στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, έτσι ώστε να μπορούν να αντεπεξέλθουν στον αυξημένο ανταγωνισμό που θα προκύψει από το άνοιγμα της αγοράς αμυντικού υλικού.

Παρά τον έντονο ανταγωνισμό ενάντια στους ευρωπαϊκούς αμυντικούς γίγαντες, οι ιδιωτικές ελληνικές αμυντικές εταιρείες εξασφάλισαν σχεδόν το ένα τρίτο των επερχόμενων προγραμμάτων στο πλαίσιο της PESCO (αμυντική συνεργασία) της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ελληνικές εταιρείες θα συμμετάσχουν σε πέντε από τα 16 έργα στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Προγράμματος Αμυντικής Βιομηχανικής Ανάπτυξης (EDIDP) μαζί με περισσότερους από 180 συμμετέχοντες από άλλες χώρες της ΕΕ. Τα έργα αυτά είναι:

  • LOTUS (drone χαμηλής ορατότητας)
  • DECISMAR (αναβαθμισμένο σύστημα θαλάσσιας επιτήρησης)
  • ESC2 (βελτιωμένο σύστημα εντολών και ελέγχου)
  • PANDORA (βελτιωμένη κυβερνοάμυνα)
  • SMOTANET (εσωτερική επικοινωνία επόμενης γενιάς)

Θα συμμετάσχουν επίσης σε ένα από τα οκτώ ερευνητικά προγράμματα στο πλαίσιο της Προπαρασκευαστικής Δράσης για την Αμυντική Έρευνα (PADR): PRIVILEGE (κρυπτογράφηση ευαίσθητων στρατιωτικών δεδομένων).

Την υγιή ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας θα βοηθήσει η συνεργασία μεταξύ ελληνικών και ευρωπαϊκών αμυντικών βιομηχανιών στη συμπαραγωγή οπλικών συστημάτων που πρόκειται να προμηθευθούν οι ελληνικές, αλλά και ξένες ένοπλες δυνάμεις, μέσω της συμμετοχής σε πολυεθνικά προγράμματα συνεργασίας. Παράλληλα, η αποφυγή της πολυτυπίας των οπλικών συστημάτων εκτός από ουσιαστικό πρόβλημα στην ομαλή λειτουργία των Γενικών Επιτελείων αποτελεί και εμπόδιο στην ουσιαστική εμπλοκή της Αμυντικής Βιομηχανίας, διότι οι απαιτούμενες βιομηχανικές επενδύσεις πολλαπλασιάζονται κάνοντας αντιοικονομική και ανέφικτη την εγχώρια συμμετοχή.

Σύνδεσμος Ελλήνων Κατασκευαστών Αμυντικού Υλικού (ΣΕΚΠΥ)

Ο Σύνδεσμος Ελλήνων Κατασκευαστών Αμυντικού Υλικού (ΣΕΚΠΥ) που εκπροσωπεί την Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία τονίζει την εθνική αναγκαιότητα να συμμετέχει ουσιαστικά σε όλα τα εξοπλιστικά προγράμματα η Εγχώρια Αμυντική Βιομηχανία. Για το λόγο αυτό, προτείνει η αξία των "επιστροφών" στην Εγχώρια Αμυντική Βιομηχανία να είναι ουσιαστική και όχι μικρότερη του 30% της αξίας των εξοπλιστικών προγραμμάτων. Οι κυριότεροι τρόποι υλοποίησης των βιομηχανικών επιστροφών είναι δύο:

  • Μέσω της συμμετοχής των Ελληνικών αμυντικών εταιρειών στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα των μεγάλων κατασκευαστών (και όχι μόνο για την Ελληνική αγορά, κάτι που αποδείχθηκε χωρίς οικονομικό νόημα για τις ελληνικές εταιρείες)
  • Μέσω της ανάληψης από την ΕΑΒΙ, εν όλω ή εν μέρει, της υποστήριξης των οπλικών συστημάτων των Ένοπλων Δυνάμεων

Δεδομένης της μεγάλης επιχειρησιακής ζωής τους (30 -40 έτη), το κόστος της διατήρησης σε λειτουργία ενός κύριου οπλικού συστήματος (άρματα, αεροσκάφη, πλοία κλπ) είναι κατά μέσο όρο δύο με τρεις φορές μεγαλύτερο του αρχικού κόστους προμήθειας. Η ανάληψη δε εγχωρίως της εν συνεχεία υποστήριξης άπτεται και της Εθνικής Ασφάλειας της Χώρας, εξασφαλίζοντας την ασφάλεια εφοδιασμού των οπλικών συστημάτων των Ενόπλων Δυνάμεων, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσεων.

Συζήτηση στο forum

Ηλεκτρολόγος Δημήτρης Ανθής