Μαχητικό F-4E Phantom II

Το F-4 Phantom ΙΙ εμφανίστηκε αρχικά ως αναχαιτιστικό F4Η, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του ναυτικού, αντικαθιστώντας το F3Η Demon. Πετώντας για πρώτη φορά το Μάιο του 1958, το Phantοm ΙΙ ξεπέρασε με ευκολία τα 2 Μach θέτοντας διάφορα ρεκόρ ύψους και ταχύτητας, ένα από τα οποία διατηρήθηκε για 16 ολόκληρα χρόνια.

Οι μοναδικές ικανότητές του ανάγκασαν τη USΑF, παρά την αντιπαλότητά της με το ναυτικό, να το υιοθετήσει ως F-110 Spectre. Εφοδιασμένο με δύο General-Εlectric J-79 με μετάκαυση που του εξασφάλισαν τις επιδόσεις οι οποίες το κατέστησαν ένα θρύλο της αεροπορίας, ξεπέρασε τα 5.000 αντίτυπα παραγωγής, υπηρετώντας από αεροπλανοφόρα και αεροδρόμια, με τα εθνόσημα 12 συνολικά χωρών και στις πέντε ηπείρους.

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
ΚατασκευαστήςMcDonnell Douglas (Boeing)
Χώρα προέλευσηςΗνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Διαστάσεις (Μ/Π/Ύ)19,2/11,7/5,02 μέτρα
Βάρος (κενό/μέγιστο)13.757/28.030 κιλά
Εμβέλεια4.180 km
Μέγιστη ταχύτητα (sea level)1445 km/h
Μέγιστη ταχύτητα (40.000 πόδια)2390 km/h
Αρχικός βαθμός ανόδου18.715 μ/λεπτό ή 61.400 πόδια/λεπτό
Μέγιστο επιχειρησιακό ύψος18.182 μ ή 62.250 πόδια
Κινητήρες2x GE J79-GE-17A Turbojets
Μέγιστη ώση159.2 kN (35,800 lb)
ΟπλισμόςΠυροβόλο 1x20 χιλ. Μ61Α1 "Vulcan"
Φωτογραφία F-4E Phantom
Σε στάση: 1 - 2 - 3 - 4 - 5 - 6 - 7 - 8 - 9 - 1
Σε πτήση: 1 - 2 - 3 - 4 - 5 - 6
Αναγνωριστικά: 1 - 2 - 3 - 4 - 5

Ικανό να αναλάβει ρόλους αναχαίτισης, υποστήριξης, κρούσης ή προσβολής στόχων εδάφους, το Phantom ΙΙ αποτέλεσε ένα πολύτιμο εργαλείο που σχεδιάστηκε με βάση τα τελευταία μαθήματα από το θέατρο των αερομαχιών. Οι πρώτες εκδόσεις στερούνταν πυροβόλου, καθώς οι πύραυλοι φαίνονταν ότι θα μονοπωλούσαν τις αερομαχίες, αλλά η παρουσία του κρίθηκε αναγκαία αργότερα διαψεύδοντας τα αρχικά σενάρια. Με την ενοποίηση των συστημάτων ονοματολογίας, τα F4Η και F-110 αποτέλεσαν διαφορετικές εκδόσεις του F-4 Phantοm ΙΙ, που κατασκευάστηκε αργότερα σε πάμπολλες παραλλαγές.

Έχοντας γνωρίσει διάφορα προγράμματα αναβάθμισης των υποσυστημάτων του, ικανά να επεκτείνουν την ωφέλιμη ζωή του, το αειθαλές Phantom ΙΙ θα συνεχίσει να υπηρετεί τουλάχιστον μέχρι και το 2027, πάνω από 67 χρόνια μετά την πρώτη πτήση του. Το προσωνύμιο Phantom ΙΙ αποκτήθηκε στις 3 Ιουλίου 1959, κατά τη διάρκεια τελετής στο εργοστάσιο της κατασκευάστριας εταιρείας στο St. Louis. Με την τελετή αυτή, η McDonnel γιόρτασε την 20ή επέτειο λειτουργίας της, ενώ το αεροσκάφος συνόδευσε την εταιρεία μέχρι και την 40ή επέτειό της. Τα αμερικάνικα F-4 έλαβαν μέρος στον Πόλεμο του Βιετνάμ και στους αραβοϊσραηλινούς πολέμους του 1973 και 1982, και μάλιστα πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος αφού δεκάδες καταρρίφθηκαν από Σοβιετικούς αντιαεροπορικούς πυραύλους εδάφους-αέρος.

Σε ελληνική υπηρεσία

Η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους χρήστες του συγκεκριμένου τύπου αεροσκαφών, αποκτώντας 92 αεροσκάφη από το 1974 μέχρι σήμερα. Η αρχική παραγγελία με την κωδική ονομασία "Peace Icarus" έγινε το 1971 και αφορούσε 36 συνολικά F-4E, η παράδοση των οποίων ξεκίνησε τον Μάρτιο του 1974 και ολοκληρώθηκε το 1976, μαζί με την επιπλέον παράδοση δύο αεροσκαφών σε αντικατάσταση ισάριθμων απωλειών, που είχαν στο μεταξύ σημειωθεί. Στα πλαίσια της υλοποίησης του προαναφερθέντος προγράμματος, η ΠΑ απέκτησε "πακέτο" και σύγχρονα οπλικά συστήματα, συμπεριλαμβανομένων κατευθυνόμενων βομβών λέιζερ, βλημάτων αέρος-επιφανείας ΑGΜ-65 Μaverick. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο η Ελλάδα διέθετε σεβαστό αριθμό επιχειρησιακά έτοιμων F-4E, γεγονός που της εξασφάλιζε σημαντικό αεροπορικό πλεονέκτημα σε περίπτωση επέκτασης του πολέμου.

Mόλις ολοκληρώθηκε το πρόγραμμα "Peace Icarus Ι" το 1976, η Ελλάδα παρήγγειλε 18 επιπλέον αεροσκάφη F-4Ε και 8 φωτοαναγνωριστικά RF-4Ε. Τα τελευταία παραδόθηκαν κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Ιουνίου 1978 και Απριλίου 1979, ενώ τα υπόλοιπα F-4E εντάχθηκαν στο ελληνικό δυναμικό μεταξύ Μαϊου και Δεκεμβρίου 1978. Επιπρόσθετη παραγγελία για την μεταφορά 40 αμερικανικών αεροσκαφών από τα αποθέματα των ΗΠΑ ανακοινώθηκε το 1987, ενώ σύμφωνα με άλλες πληροφορίες η προμήθεια αφορούσε 50 F-4E και 19 F-4G Wild Weasels που ειδικεύονται στην καταστολή αεράμυνας.

Τελικά, η συμφωνία περιορίστηκε σε 28 F-4E SRA (Southeaster Regional Agreement) που μεταφέρθηκαν από τα αποθέματα της Αμερικανικής Εθνοφρουράς και παραδόθηκαν στην 338 Μοίρα στα τέλη του 1991. Σε αντάλλαγμα, οι ΗΠΑ διατήρησαν 8 ακόμη χρόνια τις στρατιωτικές τους βάσεις στη χώρα. Σημαντικότερη διαφοροποίηση σε σχέση με τα F-4E ήδη ενταγμένα σε υπηρεσία ήταν το σύστημα διαχείρισης και άφεσης οπλισμού και ναυτιλίας NWDS (Navigation & Weapons Delivery System) συνδυασμένο με αδρανειακό σύστημα ναυτιλίας δακτυλίων λέιζερ που επέτρεπε σημαντικά βελτιωμένη ακρίβεια άφεσης όπλων αέρος-εδάφους.

Τα SRA παραδόθηκαν το 1992, ενώ δύο χρόνια αργότερα, το 1994, η Πολεμική Αεροπορία παρέλαβε και 27 φωτοαναγνωριστικά RF-4E από τη Luftwaffe. Από αυτά, τα 7 χρησιμοποιήθηκαν για ανταλλακτικά των υπολοίπων, ενώ τα 20 εντάχθηκαν πλήρως επιχειρησιακά στη δύναμη της 348 ΜΤΑ, όπου και εξακολουθούν να επιχειρούν μέχρι σήμερα. Τα γερμανικά σκάφη έχουν καλύτερη ορατότητα στο χώρο του κόκπιτ λόγω απουσίας ορισμένων οργάνων, καθώς και αναβαθμισμένα ηλεκτρονικά συστήματα. Αντίθετα, υστερούν στους κινητήρες καθώς φέρουν την παλαιότερη έκδοση J79-GE-17A που τα καθιστά ελαφρώς πιο δυσκίνητα στην εκτέλεση ορισμένων κλειστών ελιγμών, αφήνοντας παράλληλα εμφανές ίχνος καπνού σε σχέση με τα Phantom που φέρουν κινητήρες J79-GE-17C.

Το Phantom ήταν και παραμένει ένας μεγάλος και ευδιάκριτος στόχος, με τεράστιο ηλεκτρομαγνητικό ίχνος (RCS-Radar Cross Section) τεράστιο. Το ίδιο «τεράστιο» είναι και δυστυχώς και το υπέρυθρο ίχνος του. Με τους κινητήρες J79 να λειτουργούν στο idle, η θερμοκρασία εξαγωγής καυσαερίων (EGT-Exhaust Gas Temperature) φτάνει τους 200 βαθμούς Κελσίου. Σε λειτουργία με πλήρη στοιχεία αλλά χωρίς μετάκαυση (mil power), η θερμοκρασία εξαγωγής καυσαερίων ανεβαίνει στους 580 βαθμούς Κελσίου. Τέλος, με τους μετακαυστήρες σε λειτουργία, το EGT εκτοξεύεται στους 1.670 βαθμούς, καθιστώντας το αεροπλάνο ιδανικό στόχο για όλους τους πυραύλους IR νέας γενιάς.

Αναγνωριστικά RF-4E

Τα ελληνικά RF-4E εξοπλίζουν την 348 Μοίρα Τακτικής Αναγνώρισης και φέρουν μεγάλη ποικιλία φωτογραφικών μηχανών για φωτοαναγνώριση από όλα σχεδόν ύψη. Από τις τέσσερις διαφορετικού τύπου κάμερες που μπορούν να μεταφερθούν σίγουρα τις πιο εντυπωσιακές δυνατότητες έχει η κάμερα τύπου LOROP KS-127A, με δυνατότητα λήψης φωτογραφιών από ύψος 35.000 ποδιών και σε απόσταση περίπου 70km με ικανότητα σκόπευσης έως 0,5m υπό κατάλληλες καιρικές συνθήκες.

Σε αντίθεση με το παλαιότερο δόγμα φωτοαναγνώρισης της Αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας (USAF) της εποχής του Πολέμου του Βιετνάμ, που συνοψιζόταν στο ρητό Alone, Unarmed, Unafraid, τα ελληνικά RF-4E φέρουν βλήματα AIM-9 Sidewinder και σύστημα αυτοπροστασίας. Κύρια αποστολή τους είναι η αναγνώριση πριν και μετά την προσβολή ενός στόχου. Στη δεύτερη περίπτωση, η επιτυχής αποστολή για την εκτίμηση ζημιών (Battle Damage Assessment: ΒDA) είναι καίριος παράγοντας για το σχεδιασμό επιχειρήσεων ΔΒ.

Τον Δεκέμβριο του 1999 υπογράφηκε σύμβαση ύψους 23.369.732 δολαρίων για την αγορά 2 ψηφιακών φωτομηχανών μεγάλης ακτίνας (LOROP), τύπου KS-127EO (ή C-295) από την αμερικανική Reccon Optical International (ROI) και την αναβάθμιση στο ίδιο επίπεδο μίας εκ των δύο συμβατικών KS-127. Από το ποσό αυτό, η USAF έλαβε 570.000 δολάρια ως διαχειρίστρια του προγράμματος με σκοπό την διασφάλιση των συμφερόντων του ελληνικού δημοσίου. Το πρόγραμμα οδηγήθηκε τελικά σε αδιέξοδο με ευθύνη της εταιρείας που το ανέλαβε, λόγω σημαντικών αποκλίσεων από τις προδιαγραφές των KS-127EO. Ως αποτέλεσμα αυτού, από το 2003 η 348 ΜΤΑ αξιοποιεί τρία ατρακτίδια συλλογής και καταγραφής ηλεκτρονικών εκπομπών και υποκλοπών τύπου ASTAC, τα οποία ενσωματώθηκαν σε συγκεκριμένα RF-4E χωρίς προβλήματα για τη διενέργεια αποστολών ELINT/SIGINT. H Πολεμική Αεροπορία βρίσκεται στα δικαστήρια με την USAF διεκδικώντας αποζημίωση 21,74 εκατομμυρίων δολαρίων συν τους τόκους, για τη μη τήρηση των δεσμεύσεων – υποχρεώσεων της τελευταίας.

Κόστος χρήσης των F-4E

Αξίζει να σημειωθεί ότι το κόστος λειτουργίας της Μοίρας είχε φτάσει μέχρι και τα 40 εκατομμύρια ευρώ ανά έτος, όχι μόνο λόγω του πολύ υψηλού κόστους συντήρησης του RF-4E, αλλά και λόγω της τεράστιας κατανάλωσης σε καύσιμο που συνεπάγεται η αξιοποίησή τους. Ενδεικτικό είναι ότι το κόστος ανά ώρα πτήσης είχε υπολογιστεί το 2009 από το ΓΕΑ σε 16.350 ευρώ, σχεδόν διπλάσιο από αυτό των F-16 όλων των εκδόσεων και όμοιο με των Rafale!

Με τις μανέτες σε θέση idle, η κατανάλωση καυσίμου ανέρχεται σε 65 περίπου λίβρες (29,5 κιλά) ανά λεπτό για κάθε κινητήρα. Στον αέρα, η μέση κατανάλωση φτάνει τις 100 λίβρες (45,35 κιλά) ανά λεπτό για κάθε κινητήρα χωριστά! Με τις μανέτες σε θέση Mil Power σε μέσα και μεγάλα ύψη, η κατανάλωση για κάθε κινητήρα κυμαίνεται μεταξύ 7.500 λιβρών και 9000 λιβρών. Δηλαδή μεταξύ 3.400 κιλών και 4.100 κιλών ανά ώρα ή μεταξύ 57 κιλών και 68 κιλών ανά λεπτό για κάθε κινητήρα! Σε επιχειρήσεις όπου το αεροσκάφος θα χρειαστεί να πετάξει χαμηλά, ακόμη και με μέγιστο φορτίο καυσίμου (7550 λίτρα ή 13.559 λίβρες ή 6.150 κιλά εσωτερικά και 5070 λίτρα ή 9.105 λίβρες ή 4.130 κιλά εξωτερικά), η αυτονομία του υπό προϋποθέσεις δεν ξεπερνά τις 1,5 ώρες!

Γ.Ανδρουλάκης - 13 Μαϊου 2002