Σύγχρονα οπλα αέρος - αέρος

Η πρώτη γενιά βλημάτων BVR (Beyond Visual Range) βασιζόταν στη χρήση ημιενεργής καθοδήγησης (SARH - Semi Active Radar Homing), που απαιτεί συνεχή καταύγαση του στόχου από το αεροσκάφος - φορέα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη δέσμευση του αεροσκάφους μέχρι την κατάρριψη του αντιπάλου, την αδυναμία εμπλοκής πολλών στόχων ταυτόχρονα, αλλά και τον σοβαρό κίνδυνο να βληθεί το ίδιο.

Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι των βλημάτων αυτών είναι οι αμερικανικοί AIM-7 Sparrow, οι γαλλικοί Super 530F/D, οι βρετανικοί Skyflash και οι ιταλικοί Aspide. Με την πρόοδο της τεχνολογίας τα βλήματα SARH απέκτησα υψηλές επιδόσεις σε εμβέλεια, ακρίβεια και ικανότητα ελιγμών, αλλά οι εγγενείς αδυναμίες τους παραμένουν. Αποτέλεσμα αυτών ήταν η ανάπτυξη μιας νέας γενιάς όπλων μέσης εμβέλειας, που χρησιμοποιούν διαφορετική μέθοδο κατεύθυνσης και εκμεταλλεύονται πλήρως τις δυνατότητες των σύγχρονων αεροσκαφών.

Πύραυλοι μεγάλης ακτίνας

AIM-120 AMRAAMMETEOR
Μήκος3,7 μ3,65 μ
Διάμετρος0,18 μ0,178 μ
Βάρος152 κιλά190 κιλά
Άνοιγμα Πτερύγων0,53 μ
ΕμβέλειαΒ - 65 χλμ, C5/C7 - 75 χλμ> 100 χλμ
Ταχύτητα4 MACH4 MACH
ΚαθοδήγησηINS, Active radarInertial guidance, mid-course update via datalink, terminal active radar homing
Πολεμική κεφαλή22.7kg (Β), 18.1kg (C5), (C7) HE Blast FragmentationHigh explosive blast-fragmentation
Ενδεικτικό κόστοςC7/8 - 2.200.000 ευρώ2.000.000 ευρώ

Αμερικανικός AIM-120 AMRAAM

Η Πολεμική Αεροπορία διαθέτει περίπου 520 βλήματα AMRAAM (100 AIM-120A, 140 AIM-120B, 150 AIM-120C5 και 130 AIM-120C7-T).

Ο AIM-120 αναπτύχθηκε μέσω κοινής συμφωνίας μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και πολλών χωρών του ΝΑΤΟ, για την ανάπτυξη πυραύλων από αέρος-αέρος που θα αναβάθμιζαν τα μαχητικά αεροσκάφη της συμμαχίας. Η πρώτη επιτυχής δοκιμή του πυραύλου έγινε το 1982 από ένα μαχητικό αεροσκάφος F-16 Fighting Falcon της αμερικανικής Αεροπορίας και αποτέλεσε ένα σημαντικό εξελικτικό βήμα σε σχέση με τον ημιενεργού καθοδήγησης AIM-7 Sparrow.

Αμερικανικός AIM-120 AMRAAM

Η πρώτη χρήση του ΑΙΜ-120 σε πόλεμο έγινε στις επιχειρήσεις πάνω από την Σερβία, όπου αμερικανικά και συμμαχικά αεροσκάφη έκαναν μαζικά χρήση του νέου τότε ΑΙΜ-120Β, με μάλλον μέτρια αποτελέσματα. Έχει καταγραφεί περίπτωση όπου ολλανδικά F-16 εκτόξευσαν τέσσερις ΑΙΜ-120 για να καταρρίψουν ένα MiG-29. Σήμερα, ο πύραυλος έχει φτάσει στην έκδοση AIM-120D και διαθέτει νέες εξελιγμένες δυνατότητες, πέρα από την σημαντικά αυξημένη εμβέλεια, όπως η χρήση του ως όπλο κοντινής αερομαχίας, αυτοάμυνας ενάντια σε άλλους επερχόμενους πύραυλους, επιλογής κι εμπλοκής δευτερεύοντος στόχου κλπ.

Γαλλικός METEOR

Η Πολεμική Αεροπορία παράγγειλε το 2021 μη ανακοινώσιμο αριθμό πυραύλων METEOR (κατά εκτιμήσεις περίπου 100 κομμάτια).

Ο METEOR θεωρείται ότι αποτέλεσε τον θεμέλιο λίθο για τη δημιουργία της MBDA τον Δεκέμβριο του 2001. Η ευρωπαϊκή κοινοπραξία ανάπτυξης οπλικών συστημάτων συγκροτήθηκε αρχικά με την συμμετοχή κατασκευαστών από την Ιταλία, τη Βρετανία και τη Γαλλία, ενώ σήμερα τα ποσοστά συμμετοχής των τριών μεγάλων εταιριών της Ευρώπης ανέρχονται σε 37,5% για την BAE Systems, 37,5% για την EADS και 25% για την Finmeccanica. Από τα αρχικά στάδια του προγράμματος είχε αποφασιστεί για λόγους συμβατότητας ο METEOR να μπορεί να προσαρμοστεί-αναρτηθεί στις ίδιες ράγες εκτόξευσης με αυτές του AMRAAM και να χρησιμοποιεί τις ίδιες φύσσες «επικοινωνίας» με το αεροσκάφος-φορέα.

Η κατασκευάστρια εταιρία MBDA υποστηρίζει ότι ο METEOR έχει κατά έξι φορές καλύτερες κινηματικές επιδόσεις σε σχέση με τους πυραύλους της κατηγορίας του, με σημαντικά μικρότερη ΝΕΖ (No Escape Zone) που σύμφωνα με την κατασκευάστρια εταιρεία ανέρχεται σε 60 χιλιόμετρα χαρη στον κινητηρα ramjet που διαθέτει ο πύραυλος.

Πρόκειται επίσης για το πρώτο όπλο αέρος-αέρος με τη δυνατότητα να επιχειρεί σε ενοποιημένο διαδικτυακό περιβάλλον (network enabled). Αυτό σημαίνει ότι μέσω της μονάδας ζεύξης δεδομένων του μπορεί να λαμβάνει στοιχεία του στόχου όχι μόνο από τους αισθητήρες του αεροσκάφους-φορέα, αλλά και από άλλες πλατφόρμες (επίγειες, εναέριες, επιφανείας). Δηλαδή φίλια μαχητικά, αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης, σταθμούς διοίκησης και ελέγχου στο έδαφος και σκάφη επιφανείας. Τα στοιχεία του στόχου ή των στόχων, από τις άλλες πλατφόρμες μεταδίδονται μέσω data link στο αεροσκάφος-φορέα του METEOR και από εκεί στον ίδιο τον πύραυλο!

Πύραυλοι μικρής - μεσαίας ακτίνας

IRIS-TMICA EM/IRMICA NG
Μήκος3 μ3,1 μ3,1 μ
Διάμετρος0,127 μ0,164 μ0,164 μ
Βάρος87,4 κιλά112 κιλά112 κιλά
Άνοιγμα Πτερύγων0,447 μ0,560 μ0,560 μ
Εμβέλεια25 χλμ60 χλμ90 χλμ
Ταχύτητα3 MACH4 MACH6 MACH
ΚαθοδήγησηIIR με δυνατότητα IRCCMEM / IIREM & IIR
Πολεμική κεφαλή12.7 κιλά - ΗΕ Blast Fragmentation12 κιλά12 κιλά
Ενδεικτικό κόστος300.000 ευρώ1.100.000 ευρώ1.100.000 ευρώ

Επεξήγηση όρων:

  • EM - ElectroMagnetic
  • IIR - Imaging InfraRed
  • IRCCM - Infrared Counter Countermeasures

Ευρωπαϊκός IRIS-T

Η Πολεμική Αεροπορία διαθέτει 350 πυραύλους IRIS-T (250 βλήματα το 2004 και 100 επιπλέον το 2007-2011).

Ο πύραυλος IRIS-T (Infra Red Imaging System Tail / Thrust Vector – Controlled) είναι βλήμα μικρής εμβέλειας με υπέρυθρη καθοδήγηση, κυρίως για εμπλοκές που οδηγούν σε κλειστή αερομαχία. Αναπτύχθηκε από την γερμανική εταιρεία Bodenseewerk Geratetechnik GmbH (BGT), που συμμετείχε στο πρόγραμμα εξέλιξης με άλλες έξι χώρες (Γερμανία 46%, Ιταλία 19%, Σουηδία 18%, Ελλάδα 13%, Νορβηγία 2%). Κύριο στόχος ήταν να ξεπεραστούν τα σοβαρά μειονεκτήματα στις επιδόσεις του AIM-9M Sidewinder έναντι των σιοβετικών πυραύλων.

Ευρωπαϊκός πύραυλος αέρος - αέρος IRIS-T

Η πρώτη δοκιμαστική εκτόξευση του πυραύλου IRIS-T πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2000 με F-16 της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας. Τον Μάρτιο του 2002, πραγματοποιήθηκαν επιτυχείς βολές κατά UAVs από ένα F-4 Phantom II και στις 5 Δεκεμβρίου του 2005 η Luftwaffe παρέλαβε την πρώτη παρτίδα. Το βλήμα IRIS-T εξοπλίζεται με κεφαλή τύπου TELL και αποτελείται από πέντε τμήματα: ηλεκτρονικό εξοπλισμό και ψύξη, σύστημα καθοδήγησης, χώρο εκρηκτικής κεφαλής, πυραυλοκινητήρα με συστήματα ελέγχου, πυροκεφαλή.

Ο IRIS-Τ είναι πύραυλος ευρέως πεδίου (μπορεί να αντιμετωπίζει και απειλές πίσω από το αεροσκάφος - φορέας) και υποστηρίζει δύο επιλογές εκτόξευσης, LOBL & LOAL. Η φιλοσοφία της LOBL εκτόξευσης (Lock On Before Launch) είναι πως για να εξαπολυθεί ο πυραυλος έναντι κάποιας εχθρικής απειλής, αυτή πρέπει να έχει πρώτα εγκλωβιστεί από το ραντάρ ή οπτικά μέσω της κάσκας JHMCS/HUD του μαχητικού. Η εκτόξευση LOAL(Lock On After Launch) επιτρέπει στον πιλότο να εξαπολύσει τον πύραυλο και στην συνέχεια να εγκλωβίσει τον στόχο. Οι κινηματικές του επιδόσεις πυραύλου είναι οι καλύτερες στην κατηγορία του, καθώς έχει μέγιστη ταχύτητα 3 MACH και υποστηρίζει ελιγμούς μέχρι 60g. Ο IRIS-T εξοπλίζει τα μαχητικά αεροσκάφη F-16C/D Block 52+/52M σε συνδυασμό με σύστημα σκοπευτικού επί κάσκας JHMCS, ενώ έχει τροποποιηθεί για αξιοποίηση από το Α/Α σύστημα IRIS-T SLS/SLM.

Στις 26 Μαρτίου 2019, πραγματοποιήθηκε στο ΓΕΑ συνάντηση υψηλόβαθμων εκπροσώπων της εταιρείας Diehl Defence, με αρμόδιους επιτελείς της ΓΔΑΕΕ και της Πολεμικής Αεροπορίας, με σκοπό την συζήτηση για την διαχείριση της τεχνολογικής απαξιώσεως (obsolescence) και του εκσυγχρονισμού μέσης ζωής (Mid Life Upgrade Program) των πυραύλων IRIS–T. Το αναβαθμισμένο IRIS-T προσφέρει ικανότητα αυτοπροστασίας (self-protection) στο μαχητικό που το φέρει, υπό την έννοια ότι ο αισθητήρας του θα μπορεί να εγκλωβίζει και να καταστρέφει επερχόμενες απειλές από πυραύλους αέρος – αέρος BVR, όπως ο ΑΜRAAM. Η δυνατότητα θεωρείται κρίσιμης σημασίας σε αερομαχίες εναντίον αεροσκαφών stealth, τα οποία απολαμβάνουν σοβαρού τακτικού πλεονεκτήματος “πρώτου πλήγματος” εξ αποστάσεως, επειδή είναι σε θέση να αποκαλύψουν πρώτα συνήθη μαχητικά. Είναι προφανής η σημασία του IRIS-T MLU για τις επιχειρησιακές δυνατότητες των μελλοντικών F-16V της Πολεμικής Αεροπορίας, έναντι μαχητικών F-35.

Γαλλικός MICA EM/IR

Η Πολεμική Αεροπορία διαθέτει πάνω από 150 MICA-EM και 150 MICA-IR

Το πρόγραμμα ανάπτυξης του γαλλικού πυραύλου MICA (Missile d’ Interception de Combat et d' Autodefence - βλήμα αναχαίτισης και αυτοάμυνας) ξεκίνησε το 1987. Αρχικά, οι Γάλλοι ανέπτυξαν την έκδοση με τον ενεργό ερευνητή EM, η οποία μπήκε στο στάδιο της παραγωγής το 1995, ενώ σε αρχική επιχειρησιακή ετοιμότητα (IOC) κηρύχθηκε το έτος 1997 Παράλληλα, αναπτύχθηκε και η έκδοση με υπέρυθρο ανιχνευτή IR, που για πρώτη φορά υιοθετήθηκε σε δυτικό βλήμα μέσου βεληνεκούς.

Γαλλικός πύραυλος αέρος - αέρος MICA

Tο MICA ήταν το πρώτο βλήμα αέρος-αέρος ικανό για εκτέλεση αποστολών αναχαίτισης πέραν του οπτικού ορίζοντα και ταυτόχρονα για κλειστές αερομαχίες. Ουσιαστικά, αντικαθιστά όχι μόνο τον πύραυλο ημιενεργής κατεύθυνσης - μέσης εμβέλειας Super 530D (40 χλμ.), αλλά και το βλήμα υπέρυθρης καθοδήγησης - μικρής εμβέλειας, Magic 2. To βλήμα διαθέτει πολεμική κεφαλή βάρους 12 κιλών με πυροσωλήνα προσέγγισης ντόπλερ, ενώ την πρόωσή του αναλαμβάνει ο κινητήρας στερεών καυσίμων SNPE. Το συνολικά μειωμένο βάρος του βλήματος (μόλις 112 κιλά) επιτρέπει τη μεταφορά έως οκτώ πυραύλων από ένα Mirage-2000-5, ενώ από το 2004 ο MICA φέρεται τόσο από Mirage-2000-5/-9, όσο και από Rafale

Το βλήμα διατίθεται σε δύο εκδόσεις: μία με ενεργό ερευνητή RF (ElectroMagnetic-EM) και μία με υπέρυθρο ανιχνευτή απεικόνισης ειδώλου (Imaging Infra Red-IIR), καθιστώντας το MICA εντελώς ανεξάρτητο μετά τη βολή (fire and forget), αποδεσμεύοντας έτσι το αεροσκάφος-φορέα προς αναζήτηση άλλων στόχων. Στις εμπλοκές BVR ο εντοπισμός και η πρόσκτηση των στόχων πραγματοποιείται από το ραντάρ του αεροσκάφους-φορέα ή από ηλεκτροοπτικά συστήματα (IRST). Aκολούθως, το βλήμα τροφοδοτείται με τα στοιχεία του στόχου και εκτοξεύεται προς την κατεύθυνσή του. Κατά τη διάρκεια της πτήσης το βλήμα κατευθύνεται μέσω του ενσωματωμένου αδρανειακού συστήματος ναυτιλίας (INS), ενώ αν κριθεί σκόπιμο λαμβάνει πρόσθετες πληροφορίες από το αεροσκάφος, με το σύστημα ζεύξης δεδομένων (data link). Την τερματική καθοδήγηση αναλαμβάνουν οι ερευνητές EM ή IR, που χρησιμοποιούν αμφότεροι εξελιγμένες τεχνικές αντί-αντιμέτρων (ECCM-IRCCM). Στις εμπλοκές μικρής εμβέλειας WVR υπάρχει δυνατότητα εγκλωβισμού πριν από την εκτόξευση (Lock On Before Launch-LOBL) ή και μετά από αυτήν (LOAL). Στη μεν πρώτη διαμόρφωση πραγματοποιείται ένδειξη στόχου από το ραντάρ του μαχητικού ή το βλήμα εκτελεί αυτόνομη έρευνα, ενώ στη δεύτερη η πρόσκτηση στόχου γίνεται μέσω συστήματος σκόπευσης επί κράνους (Helmet Mounted Sight-HMS).

O συνδυασμός του MICA με το ραντάρ RDY του Mirage 2000-5 αναφέρεται από πολλές πηγές ως ανώτερος του αντίστοιχου διδύμου APG-68/AMRAAM του F-16.

Γαλλικός MICA NG

Οι διαστάσεις, το βάρος και η αεροδυναμική διαμόρφωση του MICA New Generation (Nouvelle Generation) παραμένουν ίδια σε σχέση με τον σημερινό MICA για λόγους συμβατότητας. Οι Γάλλοι, μέσω του MICA NG, επιδίωξαν να χρησιμοποιήσουν τον ίδιο πύραυλο μεν, αλλά με νέα συστήματα και κατ΄ επέκταση μεγαλύτερες δυνατότητες. Η επιλογή αυτή έχει το πλεονέτημα ότι ο MICA NG μπορεί να αναρτηθεί στους ίδιους φορείς οπλισμού και να χρησιμοποιεί τις ίδιες ράγες εκτόξευσης.

Η φιλοσοφία της υιοθέτησης δύο διαφορετικών αισθητήρων (ενεργού ηλεκτρομαγνητικού ερευνητή και υπέρυθρου παθητικού), παραμένει προκειμένου να εξασφαλίζεται επιχειρησιακή ευελιξία και μέγιστη αποτελεσματικότητα βολής, ανεξαρτήτως συνθηκών εμπλοκής. Από εκεί και πέρα, η πρόοδος που έχει συντελεστεί στη τεχνολογία των ηλεκτρονικών και των ηλεκτροοπτικών αισθητήρων, έχει περιορίσει σημαντικά τον όγκο και το βάρος τους, με αποτέλεσμα η ακτίνα του MICA NG να είναι αυξημένη κατά 30% τουλάχιστον.

Ο νέος ηλεκτρομαγνητικός αισθητήρας ενεργού καθοδήγησης, (ΕΜ) διαθέτει σταθερή κεραία όντας τεχνολογίας ενεργού ηλεκτρονικής σάρωσης (AESA). Αναπτύχθηκε από την Thales και είναι ο πρώτος στο είδος του που εξοπλίζει πύραυλο αέρος – αέρος. Διασφαλίζει μεγαλύτερες αποστάσεις εντοπισμού και εγκλωβισμού και μάλιστα (σύμφωνα με την MBDA) σε μεγαλύτερες γωνίες εκτός του διαμήκη άξονα του πυραύλου (off boresight). Όσο για τον παθητικό αισθητήρα (ΙR) είναι επίσης νέας τεχνολογίας με ικανότητα εντοπισμού και εγκλωβισμού σε μεγαλύτερες αποστάσεις, σε συνδυασμό με ευκρίνεια και δυνατότητα διάκρισης στόχων και μεγαλύτερη αντοχή σε αντίμετρα υπερύθρων. Και οι δύο αισθητήρες παρέχουν τη δυνατότητα εγκλωβισμού πριν (LOBL) και μετά (LOAL) την εκτόξευση.

Τέλος, ο MICA NG διαθέτει αυτόνομο ενσωματωμένο σύστημα διάγνωσης κατάστασης και εντοπισμού βλαβών, που περιλαμβάνει σειρά αισθητήρων στα επιμέρους συστήματά του. Υιοθετήθηκε για λόγους περιορισμού του κόστους συντήρησης μειώνοντας σημαντικά τον αριθμό των ελέγχων και επιθεωρήσεων που πρέπει να εκτελεστούν στον κύκλο ωφέλιμης ζωής του όπλου.

29 Οκτωβρίου 2021

Ηλεκτρολόγος Δημήτρης Ανθής