Σύγχρονα οπλα αέρος - εδάφους

Η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία βασίζεται σήμερα (2021) σε ένα κορμό 150+ αεροσκαφών F-16C/D (μέρος των οποίων αναβαθμίζεται σε Viper), καθώς επίσης και σε 24 προηγμένα γαλλικά Rafale F3R. Παρόλα αυτά, για πολλά χρόνια το απόθεμα έξυπνων όπλων (JSOW, JDAM) ήταν περιορισμένο. Επίσης, αν εξαιρέσουμε τα SCALP EG, η ΠΑ δεν είχε στη διάθεσή της κάποιο stand-off όπλο που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τους τουρκικούς S-400, αλλά και να πλήξει σημαντικούς στόχους στην εχθρική ενδοχώρα (αεροδρόμια, ραντάρ και αντιαεροπορικές πυροβολαρχίες).

Ο περιορισμένος αριθμός σύγχρονων όπλων stand-off οφείλεται στο τεράστιο κόστος τους, που τα καθιστά ακατάλληλα για την καταστροφή απλών τακτικών στόχων, όπως συγκεντρώσεις προσωπικού, άρματα μάχης και τεθωρακισμένα οχήματα, αντιαεροπορικά συστήματα μικρής και μέσης ακτίνας, κοινές κτηριακές εγκαταστάσεις κλπ.

Για την καταστροφή των στόχων αυτών αναπτύχθηκε μία ξεχωριστή κατηγορία όπλων αέρος – εδάφους, οι κατευθυνόμενες βόμβες, που με τις συλλογές μετατροπής τους σε έξυπνα όπλα ανεμοπορίας αυξάνουν το βεληνεκές επιτρέποντας στο σκάφος - φορέα να διαφύγει, ενώ το κόστος τους είναι πολύ χαμηλότερο. Παρόλα αυτά, και αυτή η λύση έχει μειονεκτήματα καθώς η εμβέλεια παραμένει αρκετά μικρή, ενώ η χαμηλή ταχύτητα και το μεγάλο ύψος πτήσης επιτρέπoyn την προειδοποίηση του αντιπάλου και την εξουδετέρωση του όπλου.

JSOWSCALP-EGRAMPAGE
Μήκος4,1 μ5,1 μ4,7 μ
Διάμετρος0,33 μ0,63 μ0,36 μ
Βάρος483 κιλά1230 κιλά580 κιλά
Εμβέλεια130 χλμ500 χλμ150 χλμ
Ταχύτητα0,93 MACH0,85 MACH0,7-0,95 MACH
ΚαθοδήγησηGPS/INS + IIRGPS /INS + IIR με Terrain Masking και Terminal pop-up maneuverGPS / INS
Πολεμικές κεφαλές250 κιλά - BROACH450 κιλά - BROACH120 κιλά
(γενικής χρήσης, θραυσματογόνο, διατρητική)
Ενδεικτικό κόστοςAGM-154A - $282.000
AGM-154B - $484.167
AGM-154C - $750.568
$1.270.000 $300.000

Επεξήγηση όρων:

  • BROACH - Charge-Coupled Device
  • CCD - Bomb Royal Augmenting Charge
  • GPS - Global Positioning System
  • IIR - Imaging InfraRed
  • INS - Inertial navigation system
  • IIR - Imaging InfraRed

Αμερικανικοί AGM-154 JSOW

Το Νοέμβριο του 2009 παραλήφθηκαν 40 πύραυλοι AGM-154C (JSOW-C) προς 30.022.725 δολάρια

Η πρώτη καθοδηγούμενη πτητική δοκιμή του AGM-154A JSOW έγινε τον Δεκέμβριο του 1994 από ένα αεροσκάφος F/A-18C Hornet στο NAWC του Αμερικανικού Ναυτικού. Το όπλο αξιοποιείται από τα μαχητικά F-16C/D Block 52+ Advanced και μπορεί να αφεθεί από ύψη μεταξύ 200 και 40.000 ποδών και με ταχύτητες 250 έως 650 κόμβους. Στην περίπτωση που αφεθεί σε χαμηλό ύψος επιτυγχάνει μέγιστη εμβέλεια 12 ναυτικών μιλίων, ενώ εάν η άφεση πραγματοποιηθεί σε μεγάλο ύψος η εμβέλεια αυξάνεται σε έως και 40 ναυτικά μιλία. Πρόσθετα πλεονεκτήματα του JSOW είναι ότι δεν διαθέτει κινητήρα, οπότε το θερμικό ίχνος είναι ανύπαρκτο, ενώ το RCS είναι πολύ μικρό.

Μετά την άφεση, την καθοδήγηση και τον έλεγχο αναλαμβάνει ο δέκτης παγκόσμιας αναφοράς θέσης GPS και το σύστημα αδρανειακής πλοήγησης INS. Κατά την πτήση προς τον στόχο ο πύραυλος δέχεται συνεχώς στοιχεία ναυτιλίας μέσω της κεραίας λήψης GPS που βρίσκεται στην επάνω επιφάνεια της ατράκτου του, ενώ στο τελικό στάδιο προσέγγισης κάθε έκδοση του όπλου ακολουθεί διαφορετικό προφίλ πτήσης. Στην έκδοση AGM-154A ο πύραυλος εισέρχεται σε ελαφρά βύθιση και στη συνέχεια ένας πυροτεχνικός κόφτης εκτινάσσει τα καλύμματα του φορτίου, ενώ γεννήτρια αερίου ενεργοποιεί κύστη από αλουμίνιο που εκτινάσσει τα βομβίδια BLU-97/B. Η αντιαρματική έκδοση AGM-154B στην τερματική φάση της πτήσης υπερίπταται της περιοχής του στόχου και απελευθερώνει βομβίδια BLU-108/B σε δύο «στήλες» των τριών. Τέλος, στη διαμόρφωση προσβολής «σκληρών» στόχων, η έκδοση AGM-154C είναι εξοπλισμένη με διατρητική πολεμική κεφαλή BROACH.

Γαλλικοί SCALP EG

Στις 21 Αυγούστου 2000 παραγγέλθηκαν 56 SCALP-EG και στις 18 Δεκεμβρίου 2003 το απόθεμα συμπληρώθηκε με άλλα 34 βλήματα.

O SCALP EG, είναι ένα από τα “υπερόπλα” που διαθέτει η Πολεμική Αεροπορία και εξοπλίζουν τα Mirage 2000-5 (με 1 βλήμα), και τα Rafale F3R (με 2 βλήματα). Το SCALP EG είναι ένα υποηχητικό όπλο φιλοσοφίας «fire and forget», που ενσωματώνει σε μεγάλο βαθμό τεχνολογία χαμηλής παρατηρησιμότητας (stealth). Αυτό συμβαίνει γιατί η άτρακτος είναι κατασκευασμένη έτσι ώστε να ανακλά το μεγαλύτερο μέρος της προσπίπτουσας ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, ενώ έχουν χρησιμοποιηθεί και υλικά RAM (Radar Absorbing Materials).

Υποστρατηγικά γαλλικά όπλα αέρος - εδάφους SCALP EG

Ο SCALP EG μπορεί να εξαπολυθεί από μέσο ή μικρό ύψος και μετά την εκκίνηση του κινητήρα ακολουθεί καθοδική πορεία, ώστε να λάβει το προκαθορισμένο ύψος πτήσης (ακόμη και κάτω από τα 100 μέτρα!). Κατόπιν κινείται αδρανειακά (Inertial) προς το στόχο με ταχύτητα πτήσης 0,8 Mach, με προορισμό τις συντεταγμένες του στόχου που έχουν εισαχθεί στο σύστημα καθοδήγησής του. Σε αυτή τη φάση, η κατεύθυνση του όπλου υποβοηθείται από GPS και την ψηφιακή βάση απεικόνισης εδαφικού αναγλύφου TERPROM (TERrain PROfile Matching). To TERPROM είναι μία βάση δεδομένων που χρησιμοποιεί αποθηκευμένα ψηφιακά στοιχεία υψών εδάφους που συνδυάζονται με τα δεδομένα INS και ραδιοϋψομέτρου για να υπολογίσουν τη θέση του όπλου πάνω από την επιφάνεια της γης. Στην τελική φάση της πτήσης του, το όπλο ανέρχεται σε ένα μεγαλύτερο ύψος ώστε να βελτιώσει το οπτικό πεδίο του αισθητήρα IR που διαθέτει στο ρύγχος του. Σκοπός του τελευταίου είναι να ταυτοποιήσει το στόχο και να προσδιορίσει το σημείο πρόσκρουσης.

Για την καταστροφή του στόχου, το SCALP είναι εφοδιασμένο με την πολεμική κεφαλή «Bomb Royal Ordnance Augmented Charge – BROACH» η οποία αναπτύχθηκε από την κοινοπραξία BAE Systems Land Systems Munitions & Ordnance, Thales Missile Electronics και QinetiQ. Η BROACH είναι συνολικού βάρους 450 κιλών και αποτελείται από δύο γομώσεις. Η πρώτη είναι η μικρότερη και σκοπός της είναι το βλήμα να διατρήσει το έδαφος, το σκυρόδεμα, ή τη θωράκιση του στόχου, ώστε να είναι εφικτή η είσοδος του εντός προστατευμένων στόχων. Η δεύτερη γόμωση είναι η ισχυρότερη και στοχεύει στην καταστροφή του στόχου μετά την είσοδο του βλήματος στο εσωτερικό του.

Κύρια αποστολή του SCALP EG (Emploi Général – γενικής χρήσης) είναι η προσβολή επίγειων στόχων υψηλής αξίας του αντιπάλου. Τυπικά μεταξύ αυτών των στόχων περιλαμβάνονται στρατηγεία, αεροδρόμια, ναύσταθμοι και εγκαταστάσεις: ελλιμενισμού, αποθήκευσης πυρομαχικών, αλλά και στόχοι υποδομής (ηλεκτροδότηση, γέφυρες κλπ). Αυτό το γεγονός σε συνδυασμό με τη μεγάλη ακτίνα του και την εξαιρετική του ακρίβεια, μπορεί να το κατατάξει στα υποστρατηγικά όπλα. Τα βλήματα SCALP αδιαμφισβήτητα έχουν προσδώσει στη ΠΑ μοναδικές ικανότητες κρούσης από ασφαλείς αποστάσεις και με υψηλή ακρίβεια, σε συνδυασμό με δεδομένα στοχοποίησης που λαμβάνονται από τον δορυφόρο HELIOS, τον Δορυφορικό Σταθμό Τανάγρας εντός της 114 Πτέρυγας Μάχης,καθώς και από άλλα μέσα στοχοποίησης όπως UAV.

Ισραηλινοί Rampage

Στις 14 Οκτωβρίου 2021 εγκρίθηκε η προμήθεια πυραύλων Rampage, ύψους 50.000.000 ευρώ.

Οι Rampage εντάχθηκαν σε υπηρεσία το 2016 με τον εκτοξευτή LYNX (MRL) της IMI, ενώ αναπτύχθηκε και ναυτική έκδοση υπό την ονομασία Trigon. Αργότερα, η κατασκευάστρια εταιρεία ΙΜΙ (Israel Military Industries) ανέπτυξε και την αερομεταφερόμενη έκδοση του όπλου, αρχικά γνωστή ως MARS (Multi purpose Air launced Rocket system). Αφορμή για την ανάπτυξη του όπλου στάθηκε η κατάρριψη ενός ισραηλινού F-16 από πύραυλο συστήματος ΑΑ τύπου S-200 της αεράμυνας της Συρίας τον Φεβρουάριο του 2018. Σε δεύτερο χρόνο στη διαδικασία ενεπλάκει και η Elbit Systems που έχει αναλάβει και την εμπορική προώθηση του όπλου ως Rampage. Στο πλαίσιο της ανάπτυξης και της επιχειρησιακής του αξιολόγησης, ο Rampage χρησιμοποιήθηκε σε αποστολές καταστροφής επίγειων στόχων στη Συρία τον Απρίλιο του 2019, σύμφωνα με πληροφορίες που δεν έχουν επιβεβαιωθεί από τους Ισραηλινούς.

H κεντρική ιδέα για την ανάπτυξη των Rampage ήταν η δημιουργία ενός χαμηλού κόστους stand off όπλου, που θα διαθέτει μεγάλη ταχύτητα (υπερηχητική) κάνοντας την αναχαίτισή του από δύσκολη ως αδύνατη, και θα χαρακτηρίζεται από μεγάλη εμβέλεια. Οι πύραυλοι Rampage βασίζονται σε μία ρουκέτα μεγάλου βεληνεκούς πυροβολικού. Ουσιαστικά, η ρουκέτα EXTRA (Extended Range Artillery) μετατράπηκε σε Rampage και κατευθύνεται προς το στόχο είτε με GPS, είτε με προηγμένη αδρανειακή ναυτιλία ακριβείας. Η EXTRA έχει εμβέλεια 150 χιλιομέτρων εκτοξευόμενη από το έδαφος, όμως εκτοξευόμενη από τον αέρα μπορεί να φτάσει πολύ μακρύτερα. Η τελική εμβέλεια του συστήματος δεν έχει αποκαλυφθεί, ενώ η ακρίβεια προσβολής (CEP) ανέρχεται σε 10 μέτρα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Rampage επιτυγχάνουν υπερηχητικές ταχύτητες καθιστώντας δύσκολη την αναχαίτησή τους, ενώ το μειονέκτημα της "μικρής" εκρηκτικής κεφαλής των 120 κιλών αντισταθμίζεται από την πολύ υψηλή κινητική ενέργεια που μεταφέρει στο στόχο αλλά και τον αριθμό των όπλων που μπορούν να εκτοξευθούν από ένα μόλις κύμα επίθεσης. Έτσι, μόλις 6 F-16C/D μπορούν να φέρουν 24 Rampage καταστρέφοντας κρίσιμες εγκαταστάσεις. Το Rampage έχει σχεδιαστεί για την καταστροφή σταθερών στόχων, όπως εγκαταστάσεων αεροπορικών βάσεων (πύργος ελέγχου, καταφύγια αεροσκαφών και κέντρα επιχειρήσεων πολεμικών μοιρών), αποθηκών πυρομαχικών, αντιαεροπορικών συστοιχιών, κέντρων επικοινωνιών, μονάδων παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος κ.ο.κ.

Πριν από την άφεση του Rampage, ο χειριστής του μαχητικού διοχετεύει τις συντεταγμένες του στόχου στον υπολογιστή αποστολής. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται ΙΤΑ (Initial Transfer Alignment) και απαιτεί ελάχιστο χρόνο, συνήθως μικρότερο του ενός λεπτού. Αμέσως μετά την άφεση, ο Rampage -που ανήκει στα όπλα φιλοσοφίας fire & forget- κατευθύνεται προς το στόχο. Όσο μεγαλύτερη είναι η ταχύτητα και το ύψος εκτόξευσης, τόσο μεγαλύτερη είναι και η απόσταση που θα καλύψει ο Rampage. Ο πύραυλος υποστηρίζει μετάδοση βίντεο σε σύνδεση RS-170 και ασύρματη επικοινωνία.

JDAMSPLICE 1000SPLICE 2000
Εμβέλεια28 χλμ120 χλμ60 χλμ
ΚαθοδήγησηGPS / INS, laserGPS / INS, ερευνητή CCD και IR, αντιπαραβολή εικόνας
Πολεμικές κεφαλές225 κιλά
(MK-82, BLU-111, BLU-126)

450 κιλά
(MK-83, BLU-110), 900 κιλά (MK-84, BLU-109, BLU-117)
450 κιλά
(MK-83, MPR1000, BLU-110, RAP-1000)
900 κιλά
(MK-84, BLU-109, RAP-2000)
Ενδεικτικό κόστος$40.000$350.000

Επεξήγηση όρων:

  • BROACH - Charge-Coupled Device
  • CCD - Bomb Royal Augmenting Charge
  • GPS - Global Positioning System
  • IIR - Imaging InfraRed
  • INS - Inertial navigation system
  • IIR - Imaging InfraRed

Αμερικανικές συλλογές JDAM

Το Νοέμβριο του 2009 ξεκίνησαν δοκιμές ανάρτησης των βομβών και συμβατότητας για τις 100 συλλογές JDAM;-

Το Joint Direct Attack Munition (JDAM) είναι ένα κιτ καθοδήγησης χαμηλού κόστους, το οποίο μετατρέπει τις μη κατευθυνόμενες βόμβες σε βόμβες ακριβείας. Το κιτ αποτελείται από ένα νέο ουραίο τμήμα που περιέχει ένα αδρανειακό σύστημα πλοήγησης / παγκόσμιο σύστημα εντοπισμού θέσης (INS/GPS) και το πλαίσιο γύρω από τον κορμό της βόμβας για επιπλέον σταθερότητα και ανύψωση. Η ακρίβεια του συστήματος προσδιορίζεται σύμφωνα με την κατασκευάστρια Boeing σε ποσοστό επιτυχίας μεγαλύτερο του 95% και μόλις 1.7 μέτρα κυκλικού σφάλματος (Circular Error Probable – CEP). Πριν ρίξει τη βόμβα, το αεροσκάφος χρησιμοποιεί το δικό του δέκτη GPS για να εντοπίσει συγκεκριμένους στόχους στο έδαφος και ο υπολογιστής του τροφοδοτεί τον υπολογιστή της βόμβας με την τρέχουσα θέση και τις συντεταγμένες του στόχου.

Η ακτίνα του JDAM μπορεί να φτάσει μέχρι και τα 28 χιλιόμετρα, υπό την προϋπόθεση ότι η άφεσή του θα γίνει από ύψος μεγαλύτερο των 30.000 ποδών. Λαμβάνοντας υπόψιν την εμβέλεια των ESSM και των αντιαεροπορικών συστημάτων εδάφους - αέρος, το ρίσκο παραμένει ιδιαίτερα υψηλό για το αεροσκάφος. Η συλλογή JDAM μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε βόμβες MK-82, BLU-111 και BLU-126 των 500 λιβρών / 225 κιλών, MK-83 και BLU-110 των 1.000 λιβρών / 450 κιλών και τις βόμβες 2.000 λιβρών / 900 κιλών MK-84, BLU-109 και BLU-117. Η πρώτη επιχειρησιακή χρήση του JDAM ήταν κατά τη διάρκεια της Νατοϊκής Επιχείρησης “Allied Force” εναντίον της Γιουγκοσλαβίας το 1999.

Ο JDAM καθοδηγείται με GPS / INS εναντίον σταθερών μόνο στόχων και έχει χρησιμοποιηθεί εκτεταμένα στη Λιβύη. Το όπλο μπορεί να αφεθεί στα περίπου δέκα μίλια από το στόχο, και επομένως παραμένει εντός βεληνεκούς μικρής και μεσαίας κλίμακας αντιαεροπορικών. Ο JDAM αναβαθμίστηκε με την βόμβα GBU 50, η οποία είναι κι αυτή GPS INS αλλά και electro optical, δηλαδή μπορεί να καθοδηγηθεί με laser. Η προσθήκη αυτή, επέτρεψε στο όπλο να χρησιμοποιηθεί εναντίον κινούμενου στόχου, όπως ένα πολεμικό πλοίο.

Ισραηλινές συλλογές SPICE

Στις 14 Οκτωβρίου 2021 εγκρίθηκε η προμήθεια συλλογών Spice 1000/2000, ύψους 130.000.000 ευρώ. Σύμφωνα με πληροφορίες, πρόκειται συνολικά για 400 συλλογές (280 SPICE 1000 και 120 SPICE 2000).

Σημαντικότερος εκπρόσωπος των ανεμοπορούντων κατευθυνόμενων βομβών ακριβείας είναι το ισραηλινό κιτ SPICE (Smart, Precise Impact, Cost-Effective). Το κιτ αυτό μετατρέπει τις απλές βόμβες 1000 (450 κιλά) και 2000 λιβρών (900 κιλά), σε όπλα stant-off με ακτίνα 60 τουλάχιστον χιλιομέτρων και ακρίβεια τριών μέτρων (CEP) για το SPICE 2000 (βόμβες MK-83, MK-84, BLU-109, RAP-2000). Ακόμα μεγαλύτερη είναι η ακτίνα για το κιτ SPICE 1000 (περί τα 120 χιλιόμετρα) που περιλαμβάνει και πτέρυγες και μπορεί να τοποθετηθεί σε συμβατικές βόμβες (MK-83, MPR1000, BLU-110, RAP-1000). Το SPICE 2000 πετά στη μέγιστη ακτίνα του με άφεση από μεγάλο ύψος (42.000 πόδια) και υψηλή υποηχητική ταχύτητα.

Το συγκρότημα ρύγχους του SPICE περιέχει μονάδα καθοδήγησης GPS/INS και ηλεκτροπτικό ερευνητή διπλής διαμόρφωσης, CCD και υπέρυθρης απεικόνισης (ΙR), αποδίδοντας ικανότητα προσβολής όλο το εικοσιτετράωρο. Το σύστημα καθοδήγησης χρησιμοποιεί επίσης αντιπαραβολή εικόνας (scene-matching guidance) για Αυτόνομη Πρόσκτηση Στόχου (ΑΤΑ). Στο πίσω τμήμα του όπλου υπάρχει υποδοχή (slot) για εισαγωγή εμπορικής κάρτας μνήμης (64ΜΒ), ίδια με αυτή που χρησιμοποιείται σε κοινές ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές. Τα SPICE παρέχουν χαμηλότερο CEP από αυτό των πυρομαχικών με δορυφορική καθοδήγηση, αλλά και ανεξαρτησία από εξωτερικές πηγές πληροφοριών, όπως οι δορυφόροι. Σημαντική είναι και η ικανότητα του συστήματος να τροφοδοτείται πριν από την πτήση με έως και 100 διαφορετικούς στόχους.

Μετά την άφεση από το αεροσκάφος, το SPICE χρησιμοποιεί καθοδήγηση GPS/INS και περί τα 17 χιλιόμετρα από τον στόχο ενεργοποιούνται οι ηλεκτροοπτικοί αισθητήρες που αναζητούν τα τοπογραφικά χαρακτηριστικά της περιοχής του στόχου. Η προαιρετική ψηφιακή ζεύξη δεδομένων επιτρέπει την παρέμβαση του πληρώματος στη στοχοποίηση. Στην περίπτωση αυτή, απαιτείται η μεταφορά ατρακτιδίου ζεύξης δεδομένων στο μαχητικό-πλατφόρμα. Η συμβολογία καθοδήγησης του όπλου από τον χειριστή, παρουσιάζεται στο HUD. Το μόνο μειονέκτημα των όπλων SPICE είναι η υψηλότερη τιμή τους σε σχέση με τα JDAM, SDB και τις βόμβες LGB.

Advanced Anti-Radiation Guided Missile (AARGM)

Τον Ιούνιο του 2022, η Ελλάδα εισήλθε στο κλειστό κλάμπ κρατών μαζί με ΗΠΑ, Ιταλία, Γερμανία και Αυστραλία που διαθέτουν το βλήμα AGM-88E Advanced Anti-Radiation Guided Missile (AARGM), κορυφαίο παγκοσμίως για αποστολές Καταστολής/Καταστροφής Εχθρικής Αεράμυνας (SEAD/DEAD). Το βλήμα αποτελεί εξέλιξη του HARM, αναπτύσσει ταχύτητα άνω των 2 Mach και έχει ικανότητα προσβολής σταθερών και κινητών συστημάτων radar και συστημάτων Α/Α άμυνας σε αποστάσεις μεγαλύτερες των 60 ν.μ. (111 km). Τα τελευταία χρόνια εξελίσσεται μία ακόμη ταχύτερη και μεγαλύτερης ακτίνας έκδοση (AARGM-ER - Extended Range), που έχει σχεδιαστεί να φέρεται εσωτερικά και στην καταπακτή οπλισμού των δύο εκδόσεων (-Α και -C) του F-35.

Ο AARGM διαθέτει νέο ερευνητή-αισθητήρα με δυνατότητα πολλαπλών λειτουργικών διαμορφώσεων, νέο σύστημα καθοδήγησης και βελτιωμένο σύστημα ελέγχου σε σχέση με την τελευταία έκδοση παραγωγής του HARM. Αντίθετα, κοινά είναι ο πυραυλοκινητήρας, η πολεμική κεφαλή (εκρηκτική θραυσματογόνος WDU-37/B βάρους 66 κιλών) και η αεροδυναμική του διαμόρφωση. Το βάρος του όπλου είναι 361 κιλά και πέρα από τον κύριο αισθητήρα διαθέτει ραντάρ χιλιοστομετρικού μήκους κύματος για καθοδήγηση ακριβείας στην τερματική φάση προσέγγισης του στόχου, συνδυασμένο με αδρανειακό σύστημα ναυτιλίας INS/GPS, καθώς και υπερευαίσθητο δέκτη αποκάλυψης πηγών ακτινοβολίας (ARH-Anti-Radiation Homing). Τέλος, έχει προστεθεί και δυνατότητα αμφίδρομης επικοινωνίας μέσω data link (Integrated Broadcast System Receiver/IBS-R), μέσω του οποίου ο AARGM δέχεται στοιχεία στοχοποίησης, ακόμη και μέσω δορυφόρου.

Οι AARGM και AARGM-ER είναι όπλα που στο ελληνικό πλοστάσιο θα αποτελέσουν ένα σοβαρό κίνδυνο για τους τουρκικούς S-400. Ακόμη και υπό την προϋπόθεση ότι θα αγοραστούν σε μικρούς αριθμούς, λόγω του υψηλότερου κόστους τους σε σχέση με τα όπλα που προαναφέρθηκαν.

Επιχειρήσεις αέρος - εδάφους

Η εισαγωγή των πρώτων αεριωθούμενων μαχητικών σε υπηρεσία στην Ελλάδα το 1952 δεν έφερε επί της ουσίας κάποια σημαντική διαφοροποίηση στις τακτικές αέρος – εδάφους εναντίον τακτικών στόχων, σε σχέση με αυτές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το πρώτο πραγματικό εξελικτικό βήμα ήρθε με την ένταξη του F-104G Starfighter σε υπηρεσία το 1964, καθώς ήταν το πρώτο μαχητικό της Πολεμικής Αεροπορίας που ήταν εξοπλισμένο με αδρανειακό σύστημα ναυτιλίας (INS). Χρησιμοποιώντας το LN3-2A της Litton Ιndustries, το F – 104G μπορούσε να πετάξει χαμηλά, εκτελώντας ναυτιλία ακριβείας με τα δεδομένα της δεκαετίας του '60 και να πλήξει στόχους σε αποστάσεις της τάξης των 1000 χιλιομέτρων.

Το επόμενο εξελικτικό βήμα ήρθε με την ένταξη σε υπηρεσία του A-7H Corsair II, το 1975. Το αεροσκάφος ήταν ένα καθαρόαιμο βομβαρδιστικό με πολύ μεγάλη ακτίνα, μεγάλη μεταφορική ικανότητα σε φορτίο όπλων και ένα πολύ εξελιγμένο και αποτελεσματικό (όπως αποδείχθηκε στο Βιετνάμ) σύστημα ναυτιλίας και άφεσης οπλισμού.

Η μεγάλη επανάσταση ήρθε με τον συνδυασμό των ατρακτιδίων ναυτιλίας / στοχοποίησης του συστήματος LANTIRN με βόμβες καθοδήγησης λέιζερ (LGB), επάνω στα F-16C/D Block 50. Έτσι, τo 1999 η Πολεμική Αεροπορία απέκτησε τη δυνατότητα να πλήττει στόχους βαθιά μέσα στο έδαφος του αντιπάλου, ημέρα και νύχτα και υπό άσχημες καιρικές συνθήκες. Σε αντίθεση με τα Α-7Η, τα F-16 Block 50 με LANTIRN διαθέτουν δυνατότητα ATF (Automatic Terrain Following) και περιορίζουν το φόρτο εργασίας του πληρώματος εκμηδενίζοντας την πιθανότητα ανθρώπινου σφάλματος. Παράλληλα, μειώνουν σημαντικά την πιθανότητα εντοπισμού του αεροσκάφους από τα ραντάρ της εχθρικής αεράμυνας. Η δεύτερη σημαντική διαφορά είναι το ότι το F-16 Block 50 μπορεί να καταδείξει μέσω του συστήματος LANTIRN παθητικά (λέιζερ) συγκεκριμένους στόχους για να καθοδηγήσει τις βόμβες που μεταφέρει, με απόλυτη ακρίβεια εναντίον τους.

19 Οκτωβρίου 2021

Ηλεκτρολόγος Δημήτρης Ανθής